Το παιδί, απo την γέννησή του, βιώνει  τον εαυτό του μέσα σ’ ένα περιβάλλον το οποίο χρειάζεται να το κατανοήσει και να το προσδιορίσει, αρχίζοντας πρώτα από την σχέση του περιβάλλοντος σε σχέση με το σώμα του.

Το παιδί από πολύ μικρό αναπτύσσει χωρικές σχέσεις ανάμεσα στο σώμα του και τα γύρω έμψυχα και άψυχα όντα.

Με βάση τις σχέσεις αυτές αλλά και εκείνες που παρατηρεί ανάμεσα στα ίδια τα πράγματα οικοδομεί και οργανώνει μέσα του την έννοια του χώρου.

Αντιλαμβάνεται δηλαδή βασικές έννοιες του χώρου όπως: μπρος, πίσω, μέσα, έξω κλπ.

Μέσα από ένα πλήθος εμπειριών και ανακαλύψεων στο χώρο, δομούνται, οργανώνονται και μορφοποιούνται έννοιες που οδηγούν τη δράση του παιδιού, αρχικά πάνω στα αντικείμενα και αργότερα πάνω στα σχήματα και τις αναπαραστάσεις του χώρου.

Έτσι το παιδί, αρχικά :

  • Οριοθετεί και προσανατολίζει τον εαυτό του από τον περιβάλλοντα χώρο
  • Οριοθετεί και συσχετίζει τα αντικείμενα μεταξύ τους και με τον τρόπο αυτό
  • Αναπτύσσει βαθμιαία και αντικειμενική αντίληψη του χώρου, συμπεριλαμβάνοντας και τον εαυτό του μέσα σ’ αυτόν

Η κινητική του δραστηριότητα είναι απαραίτητη προϋπόθεση στην δημιουργία χωρικών σχέσεων του νηπίου

Το βλέπουμε να κινείται μέσα στο χώρο, να χειρίζεται τα αντικείμενα, να  προσδιορίζει τις θέσεις τους σε σχέση με το σώμα του μέσα στο χώρο.

Οι δραστηριότητες του νηπίου, που ενεργοποιούν τις σωματικές και νοητικές του ικανότητες  του, το βοηθούν να οργανώσει και να κατακτήσει το χώρο.

Όσο αναπτύσσεται ψυχοκινητικά το νήπιο, τόσο πλουτίζεται και αποσαφηνίζεται μέσα του η έννοια του χώρου.

Το νήπιο των 4-5 χρονών είναι σε θέση να φανταστεί το χώρο, που αποτελεί πλαίσιο της δράσης του και να αναπαράγει με συγκεκριμένο τρόπο χωρικές καταστάσεις που αντιλήφθηκε προηγουμένως.

Μπορούμε έτσι, να πούμε ότι το παιδί στην ηλικία αυτή κάνει ένα βήμα στην κατάκτηση του χώρου, τον οποίο τώρα αναπαριστά και γραφικά.

Το ανθρώπινο σώμα αποτελεί ένα πρώτο σύστημα αναφοράς για τον προσανατολισμό στο χώρο

Καθώς τα αντικείμενα τοποθετούνται σε σχέση μ’ αυτό μπροστά, πίσω κλπ. Οι σχετικές διευθύνσεις ορίζονται από την κατεύθυνση του βλέμματος (μπροστά), το δεξί χέρι (δεξιά) και συνήθως το ύψος του κεφαλιού (πάνω).

Με την βοήθεια των εννοιών αυτών ο άνθρωπος τοποθετεί τα αντικείμενα γύρω του, αλλά και προσανατολίζεται ως προς τα αντικείμενα.

Η προσέγγιση προσανατολισμού μπορεί να γίνει από τις μικρές ηλικίες, μία προς μία. Το παιδί προσανατολίζει τα αντικείμενα στην αρχή με σημείο αναφοράς τον εαυτό του.

Πρέπει να βγάλει από τον εαυτό του τα προσδιοριστικά χαρακτηριστικά προσανατολισμού που συνδέονται με το ίδιο του το σώμα και να τα αποδώσει σ’ ένα τρίτο αντικείμενο.

Η πορεία αυτή πραγματοποιείται βαθμιαία γιατί υπάρχουν περιοχές του χώρου με διαφορετικό προσανατολισμό από αυτόν που αντιλαμβάνεται το παιδί ως προς το σώμα του.

Ως προς την διεύθυνση εμφανίζονται οι έννοιες πάνω-κάτω, γιατί ορίζονται με βάση τη φυσική διάταξη (ουρανός-γη). Το παιδί μπορεί εύκολα να βρει το πάνω-κάτω ενός αντικειμένου γιατί είναι το ίδιο με το δικό του πάνω-κάτω.

Οι έννοιες μπρος-πίσω μπορούν επίσης να γίνουν εύκολα αντιληπτές σ’ ένα τρίτο αντικείμενο. Το παιδί μπορεί εύκολα να ασκηθεί για να εντοπίζει με άνεση το μπροστά-πίσω ενός αντικειμένου που έχει φανερά μια μπροστινή πλευρά.

Ειδική περίπτωση είναι οι έννοιες δεξιά-αριστερά οι οποίες δεν είναι ορατές όπως οι προηγούμενες, αλλά στηρίζονται στην κατανόηση της πλευρικής κυριαρχίας ή πλευρίωσης  στο ανθρώπινο σώμα.

Οι δύο πλευρές του σώματος είναι οπτικά συμμετρικές και κατά συνέπεια δεν διακρίνουμε καμία εξωτερική διαφορά, με αποτέλεσμα η ονομασία π.χ. δεξιά να προέρχεται μόνο από τη συμφωνία να ονομάζουμε έτσι την πιο ισχυρή πλευρά.

Οι έννοιες δεξιά-αριστερά ορίζονται με βάση μια εσωτερική σωματική διάκριση (πλευρική κυριαρχία) και μια σημασιολογική σύμβαση (σημασία των λέξεων)

Η συμβουλή του Ειδικού

Ορισμένα παιδιά που δεν κατακτούν εύκολα την κυρίαρχη πλευρά έχουν αμφιχειρία ή είναι αμφίχειρες.


Διάβασε επίσης 10 Εισηγήσεις για Ομαλή Προσαρμογή στο Δημοτικό

Πηγή: mandou.gr

Share.

Leave A Reply